Μεταφορά Τεχνολογίας & Υποστήριξη Καινοτομίας

Τελευταίες εξελίξεις για "Νομικά και Οικονομικά Θέματα" του 7ου ΠΠ: Αναφορά των Εθνικών Σημείων Επαφής (NCPs), Βρυξέλλες, 22/10/2008

Ημερομηνία δημοσίευσης: 07/11/2008

Στη συνάντηση συμμετείχαν τα περισσότερα ευρωπαϊκά Εθνικά Σημεία Επαφής. Από την Ελλάδα συμμετείχαν οι Δρ Βασίλης Τσάκαλος και Δρ Κατερίνα Τζιτζινού. Από πλευράς Ευρωπαϊκής Επιτροπής συμμετείχαν πολλοί κοινοτικοί υπάλληλοι από τη Διεύθυνση A (Interinstitutional and legal matters) της Γενικής Διεύθυνσης Έρευνας. Εισαγωγή Σκοπός της συνάντησης ήταν η παρουσίαση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή των τελευταίων εξελίξεων στα νομικά και οικονομικά θέματα του 7ου Προγράμματος Πλαίσιο καθώς και η ανταλλαγή απόψεων και πληροφοριών μεταξύ Εθνικών Σημείων Επαφής και εκπροσώπων τη Ευρωπαϊκής Επιτροπής ως προς τη διαχείριση της προσεχούς αλλαγής του μεταβατικού flat rate έμμεσων δαπανών από 60% σε (πιθανότατα) 40%. Στο παρόν σημείωμα δεν αναφέρονται πληροφορίες οι οποίες μπορούν να βρεθούν στους Οδηγούς του Προγράμματος Πλαισίου αλλά νέα και επισημάνσεις οι οποίες προέκυψαν από την εμπειρία των πρώτων χρόνων εφαρμογής του 7ου ΠΠ. Σημαντικότερα νέα σε σχέση με Νομικά και Οικονομικά θέματα του 7ου Προγράμματος Πλαισίου Μικρό ενδιαφέρον για Certification of Methodology Από την αρχή του 7ου ΠΠ κανένας οργανισμός στην Ευρώπη δεν έχει λάβει έγκριση «Certification of Methodology». Το γεγονός αυτό προφανώς ανησυχεί την Επιτροπή αφού το Certification of Methodology είχε διαφημιστεί ως βασικό εργαλείο απλοποίησης των διαδικασιών του 7ου ΠΠ. Έχουν υποβληθεί έως σήμερα συνολικά 41 αιτήσεις που ζητούν έγκριση για υποβολή CoM (δηλαδή κατά πόσο κάποιος οργανισμός εκπληρώνει τις προϋποθέσεις να υποβάλλει αίτηση). Απ’ αυτές 29 έγιναν δεκτές. Μόνο 9 αιτήσεις τελικά κατατέθηκαν εκ των οποίων έχουν απορριφθεί 3 και οι υπόλοιπες βρίσκονται υπό εξέταση. Σε συζήτηση που έγινε μεταξύ τω NCPs και των εκπροσώπων της Επιτροπής αναδείχθηκαν οι ακόλουθοι πιθανοί λόγοι για την έλλειψη ενδιαφέροντος για Certificate of Methodology:

  • Μικρός αριθμός οργανισμών είναι τελικά επιλέξιμος να υποβάλει αίτημα.
  • Το πρόβλημα που έρχεται να λύσει η ύπαρξη του CoM δεν είναι τελικά τόσο κρίσιμο για τους οργανισμούς αυτούς.
  • Πολλοί οργανισμοί νοιώθουν ότι αν λάβουν CoM μπορεί να χάσουν την ευελιξία διαχείρισης στο επίπεδο του κάθε ερευνητικού τους έργου. Εξελίξεις σε ότι αφορά το μεταβατικό Flat Rate για υπολογισμό των έμμεσων δαπανών Υπενθυμίζεται ότι μετά το 2010 το μεταβατικό flat rate για τον υπολογισμό των έμμεσων δαπανών των οργανισμών που δεν διαθέτουν πλήρες λογιστικό σύστημα θα περάσει από 60% σε (πιθανότατα) 40%. Το γεγονός αυτό μπορεί να δυσκολέψει την υλοποίηση ερευνητικών έργων κυρίως στα Πανεπιστήμια. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προβλέψει τη χρήση ενός απλοποιημένου τρόπου υπολογισμού των έμμεσων δαπανών τον οποίο ελπίζει να υιοθετήσουν σύντομα οι οργανισμοί που χρησιμοποιούν αυτή τη στιγμή το μεταβατικό flat rate. Αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη μεγάλος αριθμός Πανεπιστημίων τα οποία συμμετέχουν στο 7ο ΠΠ έχουν ξεκινήσει διαδικασίες ανάπτυξης ενός απλοποιημένου (ή και πλήρους) συστήματος υπολογισμού των πραγματικών έμμεσων δαπανών διότι θεωρούν ότι η χρήση flat rate 40% θα τους προκαλέσει απώλεια εσόδων. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι στη Σουηδία, Νορβηγία, Δανία, Ολλανδία, Φινλανδία, Ουγγαρία προετοιμάζονται για τη μετάβαση των Πανεπιστημίων στο μοντέλο υπολογισμού του πραγματικού κόστους (κυρίως χρησιμοποιώντας τον απλοποιημένο τρόπο). Άλλες χώρες όπως η Κροατία, Ιταλία, Τσεχία, Πολωνία, Ισραήλ, Μεγάλη Βρετανία και Γαλλία θεωρούν ότι τα Πανεπιστήμια τους δεν είναι σε θέση να φέρουν εις πέρας τη μετάβαση σε πλήρες λογιστικό μέχρι το τέλος του 2009. Οι περισσότερες χώρες προτείνουν να διατηρηθεί το 60% για όσο μεγαλύτερο διάστημα γίνεται. Εναλλακτικά προτείνουν το μεταβατικό flat rate να μειωθεί σε 50% και όχι σε 40% όπως είχε ανακοινωθεί στην αρχή του 7ου ΠΠ. Σημειώνεται όμως ότι ακόμα και στις χώρες όπου δεν προβλέπεται τα Ιδρύματά να διαθέτουν πλήρες λογιστικό σύστημα πριν το 2010, υπάρχει ήδη μία γενικευμένη προσπάθεια προς την κατεύθυνση αυτή η οποία μπορεί να ολοκληρωθεί σε 2-3 χρόνια από σήμερα. Δυστυχώς δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο και για την Ελλάδα. Εξελίξεις στο Unique Registration Facility (URF) Μέχρι στιγμής έχουν καταχωρηθεί και επικυρωθεί στο URF 9.500 οργανισμοί (νομικές οντότητες) αλλά για μόνο 2.500 από αυτούς έχει δηλωθεί το άτομο επικοινωνίας με την Επιτροπή σε θέματα επικύρωσης των στοιχείων των οργανισμών («Legal and Administration Representative – LEAR»). Αν και η κατάσταση βελτιώνεται σταδιακά, η καθυστέρηση στην επικύρωση των στοιχείων των οργανισμών που μετέχουν σε επιτυχημένες προτάσεις έχει προκαλέσει γενικευμένη καθυστέρηση στις υπογραφές των συμβολαίων. Ανεξάρτητα από αυτό, τονίστηκε από την Επιτροπή η ανάγκη να οριστούν LEAR για όλους τους οργανισμούς που έχουν επικυρωθεί έτσι ώστε να μπορούν να διορθώνονται άμεσα λάθη και παραλείψεις (μόνο ο LEAR των οργανισμών έχει το δικαίωμα να συνεργάζεται με την Επιτροπή για αλλαγές στοιχείων). Υπολογισμός έμμεσων δαπανών για έργα Coordination and Support Actions Θα θέλαμε να επαναλάβουμε εδώ μία ρύθμιση η οποία συνεχίζει να προκαλεί παρανοήσεις στους οργανισμούς που συμπληρώνουν τις φόρμες τους για υπογραφή συμφωνητικού επιχορήγησης σε Coordination and Support Actions (CSAs). Η χρηματοδότηση της Επιτροπής για κάλυψη έμμεσων δαπανών σε έργα CSAs είναι το 7% του συνόλου των άμεσων δαπανών. Ανεξάρτητα όμως από αυτό, στις φόρμες χρειάζεται να αναφερθεί και το σύνολο των έμμεσων δαπανών όπως αυτό προκύπτει εφαρμόζοντας το πραγματικό overhead rate του οργανισμού. Ειδικά, για τους οργανισμούς που χρησιμοποιούν στα ερευνητικά τους έργα μεταβατικό flat rate 60%, o υπολογισμός των έμμεσων δαπανών δεν γίνεται χρησιμοποιώντας το 60% αλλά 20% (ανεξάρτητα αν τελικά η χρηματοδότηση θα γίνει βάση του 7%). Το γεγονός ότι θα χρησιμοποιηθεί για τα CSAs 20% δεν αφαιρεί το δικαίωμα από αυτούς τους οργανισμούς να συνεχίζουν να χρησιμοποιούν το 60% στα ερευνητικά τους έργα. Διευκρίνιση ως προς την ιδιότητα μίας επιχείρησης ως μικρομεσαίας Η Επιτροπή κατέστησε σαφές ότι για τα έργα του 7ου ΠΠ μία επιχείρηση εξακολουθεί να θεωρείται μικρομεσαία μέχρι και δύο χρόνια αφότου τα οικονομικά της μεγέθη έχουν ξεπεράσει τα όρια που την καθιστούσαν μικρομεσαία (περίοδος χάριτος).